χαμός

Μεταφράσεις

χαμός

loss (xa'mos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. ο θάνατος O χαμός του γιου τους τους στοίχισε πολύ.
2. η αναστάτωση Έγινε χαμός στη διαδήλωση.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close