χαράζω

Μεταφράσεις

χαράζω

inscribe, engraveيَنْقُشُvyrýtindgravereeingravierengrabarkaivertaagraverugraviratiincidere彫る조각하다graverengraverewyryćgravarгравироватьgraveraสลักkazımakkhắc雕刻 (xa'razo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. με αιχμηρό αντικείμενο αφήνω σημάδι ή σχέδιο σε σκληρή ύλη Χάραξε το όνομά του σ' ένα κομμάτι ξύλο.
διαλέγω μελλοντική κατεύθυνση
2. γρατζουνίζω χαράζω το πάτωμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close