χαράματα

Μεταφράσεις

χαράματα

(xa'ramata)
ουσιαστικό ουδέτερο πληθυντικός
πολύ νωρίς το πρωί Ξύπνησα (απ' τα) χαράματα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close