χείλος

(προωθήθηκε από χείλη)
Μεταφράσεις

χείλος

устнаLippelip, brim, edge, ledgelabioلبhuulilèvreajakvör唇, くちびる입술liplábioгубаustnicaläppdudakشِفَةٌretlæbeusnicalabbroleppewargaริมฝีปากmôi嘴唇 ('çilos)
ουσιαστικό ουδέτερο πληθυντικός χείλη
1. το ένα από τα δυο σαρκώδη μέρη του στόματος Bάζω κραγιόν στα χείλη. ένα φιλί στα χείλη
2. η άκρη στο χείλος του γκρεμού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close