χείμαρρος

Μεταφράσεις

χείμαρρος

torrent ('çimaros)
ουσιαστικό αρσενικό
1. ποτάμι που ξεραίνεται το καλοκαίρι oρμητικός χείμαρρος
2. μεταφορικά μεγάλη ποσότητα χείμαρρος διαμαρτυριών
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close