χειρίζομαι

Μεταφράσεις

χειρίζομαι

handle, operate, useيُعَالِجُzvládnouthåndterehandhabenmanejarkäsitellämaniernositi se soccuparsi取り扱う다루다omgaan methåndtereporadzić sobieenfrentar, lidar, alçaовладеть, манипулироватьhanteraจัดการelle yapmakkiểm soát处理 (çi'rizome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. χρησιμοποιώ χειρίζομαι επιδέξια κτ Ξέρω να χειρίζομαι το φαξ.
2. διαχειρίζομαι Δεν ξέρω πώς να το χειριστώ αυτό το ζήτημα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close