χειροκροτάω

Μεταφράσεις

χειροκροτάω

(çirokro'tao)

χειροκροτώ

(çirokro'to)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
χτυπάω τα χέρια μεταξύ τους προς ένδειξη ικανοποίησης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close