χειροποίητος

(προωθήθηκε από χειροποίητο)
Μεταφράσεις

χειροποίητος

(çiro'piitos) αρσενικό

χειροποίητη

(çiro'piiti) θηλυκό

χειροποίητο

handmadeيَدَوِيّručně vyrobenýhåndlavethandgearbeitethecho a manokäsintehtyfait à la mainručno rađenartigianale手製の손으로 만든handgemaakthåndlagetręcznej robotyfeito à mãoсделанный вручнуюhandgjordที่ทำด้วยมือel yapımılàm bằng tay手工制作的 (çiro'piito) ουδέτερο
επίθετο
που έχει φτιαχτεί με τα χέρια χειροποίητα κοσμήματα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close