χημικός

Μεταφράσεις

χημικός

(çimi'kos) αρσενικό

χημική

(çimi'ci) θηλυκό

χημικό

(çimi'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με τη χημεία χημική αντίδραση

χημικός

chemist, chemicalkemia, kemistochimique, chimistekjemiskkemiskachimicaquímica化學화학化学化学chemischeכימיchemische
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
επιστήμονας στο χώρο της χημείας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close