χιονοδρομικός

Μεταφράσεις

χιονοδρομικός

(çonoðromi'kos) αρσενικό

χιονοδρομική

(çonoðromi'ci) θηλυκό

χιονοδρομικό

(çonoðromi'ko) ουδέτερο
επίθετο
που έχει σχέση με το άθλημα του σκι στο χιόνι χιονοδρομικό κέντρο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close