χονδρικός

(προωθήθηκε από χοντρικός)
Μεταφράσεις

χονδρικός

(xonðri'kos) αρσενικό

χονδρική

(xonðri'ci) θηλυκό

χονδρικό

بِالـجُمْلَةvelkoobchodníen grosGroßhandels-wholesale, roughal por mayor, mayoristatukku-en grosna velikoall’ingrosso卸売りの도매의groothandel-en groshurtowypor atacado, por grossoоптовыйgrossistförsäljningโดยการขายส่งtoptan satışbán sỉ批发的 (xonðri'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. πρόχειρος, χωρίς προσοχή στις λεπτομέρειες χονδρικός υπολογισμός
2. (για εμπορικά είδη) σε μεγάλες ποσότητες χονδρικό εμπόριο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close