χοντρός

Μεταφράσεις

χοντρός

(xo'ndros) αρσενικό

χοντρή

(xond'ri) θηλυκό

χοντρό

dick, fett, massigfat, coarse, thick, grossgrosgordoسَمِيـنtlustýfedlihavadebeograsso太った살찐diktykkgrubygordoтолстыйtjockอ้วนşişmanbéo肥的 (xon'dro) ουδέτερο
επίθετο
1. παχύς χοντρή γυναίκα
2. βαρύς χοντρή ζακέτα
3. μεγάλος κομμένος σε χοντρά κομμάτια
4. άκομψος, κακόγουστος χοντρά αστεία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close