χορτάτος

(προωθήθηκε από χορτάτο)
Μεταφράσεις

χορτάτος

(xor'tatos) αρσενικό

χορτάτη

(xor'tati) θηλυκό

χορτάτο

(xor'tato) ουδέτερο
επίθετο
χορτασμένος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close