χορτοφάγος

Μεταφράσεις

χορτοφάγος

(xorto'faɣos) αρσενικό-θηλυκό

χορτοφάγο

vegetarianنَبَاتِيّvegetariánvegetarVegetariervegetarianokasvissyöjävégétarienvegetarijanacvegetarianoベジタリアン채식주의자vegetariërvegetarianerwegetarianinvegetariano, vegetarianaвегетарианецvegetarianคนที่กินแต่ผักเป็นอาหารvejetaryenngười ăn chay素食者, 素食素食 (xorto'faɣo) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν τρώει κρέας ή ψάρι Είναι χορτοφάγος, δεν τρώει ούτε αυγά.
2. (για ζώο) που τρώει μόνο χόρτα χορτοφάγο ζώο
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close