χρήση

Μεταφράσεις

χρήση

use, usage, application, manipulationutilisation, usageاِسْتِخْدَامužíváníbrugVerwendungusokäyttöuporabauso使用사용gebruikbrukużytekusoиспользованиеanvändningการใช้kullanımviệc sử dụng使用使用 ('xrisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. χρησιμότητα Ποια είναι η χρήση αυτού του αντικειμένου;
2. χρησιμοποίηση κάνω χρήση της εξουσίας μου Έκανε κακή χρήση των φαρμάκων του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close