χρεωκοπημένος

Μεταφράσεις

χρεωκοπημένος

bankrupt, insolvent

χρεωκοπημένος

banqueroute, ruiné

χρεωκοπημένος

مُفْلِس

χρεωκοπημένος

nesolventní

χρεωκοπημένος

fallit

χρεωκοπημένος

bankrott

χρεωκοπημένος

en quiebra

χρεωκοπημένος

vararikossa oleva

χρεωκοπημένος

bankrotiran

χρεωκοπημένος

fallito

χρεωκοπημένος

破産した

χρεωκοπημένος

파산한

χρεωκοπημένος

failliet

χρεωκοπημένος

konkurs

χρεωκοπημένος

zbankrutowany

χρεωκοπημένος

falido

χρεωκοπημένος

неплатежеспособный

χρεωκοπημένος

bankrutt

χρεωκοπημένος

ล้มละลาย

χρεωκοπημένος

iflas

χρεωκοπημένος

phá sản

χρεωκοπημένος

破产
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close