χρεώνω

Μεταφράσεις

χρεώνω

charge, debitcomptabiliser, débiter, facturerيَحْسُبُ عَلَى, يَطْلُبُ ثَمَناًnaúčtovat, zatížitdebitereabbuchen, berechnencargar, cobrar, debitarveloittaanaplatiti, teretitiaddebitare借方に記入する, 請求する...에게 (대금을) 부과하다, 차변에 기입하다debiteren, in rekening brengenbelaste, forlangeobciążyć, pobrać opłatęcobrar, debitarвыставить счет, дебетоватьdebiteraเรียกเก็บเงิน, หักบัญชีbirinin hesabına borç kaydetmek, fiyat biçmekghi nợ, tính giá扣款, 收费 (xre'ono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
επιβαρύνω κπ με κπ ποσό Η τράπεζα χρέωσε 200 ευρώ στο λογαριασμό μου.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close