χρησιμοποιώ

Μεταφράσεις

χρησιμοποιώ

usar, utilitzarverwenden, benutzen, gebrauchenuse, employuziusar, utilizarkäyttääutiliserusare使う, 使用する사용하다, 쓰다utorgebruikenusar, utilizarfolosiиспользовать, употреблятьanvändasử dụng, dùng, lợi dụng, xàiيَسْتَخْدِمُpoužítbrugerabitibrukeużyćใช้kullanmak使用Използвам (xrisimopi'o)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. μεταχειρίζομαι Χρησιμοποιώ αυτοκίνητο για να πάω στη δουλειά μου.
2. κάνω χρήση χρησιμοποιώ βία
3. εκμεταλλεύομαι Δε μ' αρέσει να με χρησιμοποιούν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close