χρωματίζω

Μεταφράσεις

χρωματίζω

paint, colorpeindreيُطْلِيmalovatmalemalenpintarmaalataslikativerniciare絵を描く(...을) 그림물감으로 그리다vervenmalepomalowaćpintarкраситьmålaทาสีboyamakquét sơn油漆 (xroma'tizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
βάφω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close