χτενίζω

Μεταφράσεις

χτενίζω

comb, scourيُـمَشِّطُčesatkæmmekämmenpeinarkammatapeignerčešljatipettinare櫛でとかす빗다kammengre (seg)uczesaćpentearрасчесыватьkammaหวีtaramakchải梳理 (xte'nizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. περνάω τη χτένα στα μαλλιά κάποιου χτενίζω τα μαλλιά μου
2. φτιάχνω τα μαλλιά κάποιου σε κομμωτήριο Σε χτένισαν άσχημα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close