χτυπάω

Μεταφράσεις

χτυπάω

(xti'pao)

χτυπώ

(xti'po)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ρίχνω δυνατά το χέρι ή κπ αντικείμενο πάνω σε κτ χτυπάω την πόρτα
2. δέρνω Με χτύπησε στην κοιλιά. Τον χτυπούσαν ασταμάτητα.
3. ανακατεύω χτυπάω τα αυγά
4. καταπολεμώ χτυπάω το ρατσισμό
5. επιτίθεμαι χτυπάω κπ πισώπλατα
6. προκαλώ ενόχληση, πόνο Με χτυπάνε τα παπούτσια μου.

χτυπάω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. πέφτω, τραυματίζομαι Χτύπησα στο γόνατο.
2. βγάζω ήχο Χτυπάει το κουδούνι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close