χωνεύω

Μεταφράσεις

χωνεύω

digest, stomachdigestidigérer, blairerيَهْضِمُtrávitfordøjeverdauendigerirsulattaa ruokaprobavitidigerire消化する소화하다verterenfordøyeprzetrawićdigerirперевариватьsmältaย่อยsindirmektiêu hóa消化 (xo'nevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αφομοιώνω την τροφή που καταναλώνω Πάμε μια βόλτα να χωνέψουμε.
2. μεταφορικά ανέχομαι, συμπαθώ Δεν τον χωνεύω καθόλου τον αδερφό σου.
3. μεταφορικά συνειδητοποιώ, δέχομαι Δεν μπορώ να χωνέψω τα ψέματά του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close