χωρίζω

Μεταφράσεις

χωρίζω

(xo'rizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βάζω χωριστά Χώρισε τα αγόρια από τα κορίτσια. Τους χώρισε για να μη μαλώνουν.
2. διαιρώ χωρίζω κτ στη μέση

χωρίζω

separate, divide, part, split upيَنْفَصِلُrozejít segå fra hinandenentzweiensepararsejakaase séparerprekinutisepararsi分裂する갈라서다uit elkaar gaandelerozdzielić sięseparar-seрасставатьсяgöra slutแยกทางayrılmakchia ra分手 (xo'rizo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. διακόπτω σχέση ή παίρνω διαζύγιο Xωρίσαμε φιλικά.
2. σπάω ή ανοίγω σε περισσότερα από ένα κομμάτια Μετά το σεισμό, το νησί χώρισε στα δύο. Οι δρόμοι μας χωρίζουν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close