ψήνω

Μεταφράσεις

ψήνω

bake, roastcuire, cuire au fourasar, cocinar, hornearيَخْبِزُupécibagebackenpaistaa uunissapećicuocere al forno焼く굽다bakkenbakeupiecassarпечьbakaอบfırında pişirmeknướng bằng lò烘焙 ('psino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. μαγειρεύω στην κατσαρόλα ή στο φούρνο ψήνω κοτόπουλο στο φούρνο
2. μαγειρεύω στη σχάρα ψήνω παϊδάκια στη σχάρα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close