ψήσιμο

Μεταφράσεις

ψήσιμο

cuisson, cuisson au fourخَبْزpečeníbagningBackenbakinghornear, del hornoleivontapečenjecottura al fornoベーキング굽기bakkenbakingpieczeniecozeduraвыпеканиеugnsstekningการอบfırında pişirmesự nướng bánh mì烘焙אפייהпечене ('psisimo)
ουσιαστικό ουδέτερο
το να ψήνει κν κτ αργό ψήσιμο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close