ψίθυρος

Μεταφράσεις

ψίθυρος

whisperchuchotementWhisperWhisperWhisperWhisperWhisper ('psiθiros)
ουσιαστικό αρσενικό
1. ψιθύρισμα Άκουσα βήματα και ψιθυρίσματα.
2. φήμες γίνεται ψίθυρος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close