ψαράδικο

Μεταφράσεις

ψαράδικο

poissonnerie (psa'raðiko)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. κατάστημα ή χώρος όπου πουλάνε ψάρια Πάω στο ψαράδικο να αγοράσω ψάρια.
2. καΐκι για ψάρεμα Τα ψαράδικα επέστρεψαν γεμάτα ψάρια.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close