ψαρεύω

Μεταφράσεις

ψαρεύω

fishpêcherيَصْطادُchytat rybyfiskefischenpescarkalastaaribaritipescare魚を捕る낚시하다vissenfiskełowićpescarрыбачитьfiskaตกปลาbalık avlamakcâu cá钓鱼 (psa'revo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. πιάνω ψάρια Ψαρεύει με πετονιά.
2. μεταφορικά παίρνω πληροφορίες με έμμεσο τρόπο Δε θα καταφέρεις να με ψαρέψεις.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close