ψείρα

Μεταφράσεις

ψείρα

pucelouse, liceвошь ('psira)
ουσιαστικό θηλυκό
1. έντομο συνήθως στα παιδικά κεφάλια πιάνω ψείρες
2. για μικροσκοπικό αντικείμενο γράμματα ψείρες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close