ψηλαφώ

Μεταφράσεις

ψηλαφώ

يَتَحَسَّسšmátratfamletastengropeandar a tientashapuillatâtonnertapkaticercare a tastoni手探りする손으로 더듬다rondtastenfamlepójść po omackutatearнащупыватьtafsa påคลำelle yoklamakmò mẫm摸索 (psila'fo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
αγγίζω, πασπατεύω ψηλαφώ στο σκοτάδι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close