ψηλός

(προωθήθηκε από ψηλό)
Μεταφράσεις

ψηλός

(psi'los) αρσενικό

ψηλή

(psi'li) θηλυκό

ψηλό

high, tall, loftygrand, hautطَوِيل, عَالٍvysokýhøjgroß, hochaltokorkea, pitkävisokalto高い높은, 키가 큰hoog, langhøywysokialtoвысокийhög, långสูงuzun boylu, yüksekcao高的Високגבוה (psi'lo) ουδέτερο
επίθετο
που έχει σημαντικό ύψος ψηλά τακούνια ψηλό αγόρι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close