ψηλώνω

Μεταφράσεις

ψηλώνω

(psi'lono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κτ να γίνει πιο ψηλό Ψηλώσαμε το σπίτι κατά ένα όροφο.

ψηλώνω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
παίρνω υψος Ψήλωσε πολύ ο γιoς σου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close