ψητός

(προωθήθηκε από ψητή)
Μεταφράσεις

ψητός

(psi'tos) αρσενικό

ψητή

(psi'ti) θηλυκό

ψητό

cuit, cuit au fourمَخْبُوزpečenýbagtgebackenbakedal hornouunissa paistettupečenal forno焼いた구운gebakkenovnsbaktpieczonyassadoпеченыйugnsbakadได้อบfırında pişirilmişđược nướng bằng lò烘熟的 (psi'to) ουδέτερο
επίθετο
ψημένος ψητό κρέας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close