ψηφοφόρος

Μεταφράσεις

ψηφοφόρος

voterélecteurהבוחרvotantes유권자kiezerelettorewyborcówгласоподавателväljareWählereleitor (psifo'foros)
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
αυτός που έχει δικαίωμα να ψηφίσει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close