ψιλοπράγματα

Μεταφράσεις

ψιλοπράγματα

(psilo'praɣmata)
ουσιαστικό ουδέτερο πληθυντικός
1. αντικείμενα μικρής αξίας Ξοδεύει τα λεφτά του σε ψιλοπράγματα.
2. μεταφορικά ασήμαντες υποθέσεις τσακώνομαι για ψιλοπράγματα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close