ψιλός

(προωθήθηκε από ψιλό)
Αναζητήσεις σχετικές με ψιλό: ψύλλος
Μεταφράσεις

ψιλός

(psi'los) αρσενικό

ψιλή

(psi'li) θηλυκό

ψιλό

thin (psi'lo) ουδέτερο
επίθετο
1. πολύ λεπτός ψιλές φέτες ψωμί
2. με πολύ μικρούς κόκκους ψιλή άμμος
3. λεπτή φωνή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close