ψιχάλα

Μεταφράσεις

ψιχάλα

drizzle (psi'xala)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η σταγόνα της βροχής Ένιωσα την πρώτη ψιχάλα.
2. το ψιλόβροχο Έριχνε ψιχάλες όλη την ημέρα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close