ψοφάω

Μεταφράσεις

ψοφάω

(pso'fao)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα) οικείο
1. πεθαίνω To σκυλί τους θα ψοφήσει από την πείνα.
2. μεταφορικά επιθυμώ πολύ κτ Ψοφάω για σοκολάτα. Ψοφάω γι' αυτόν τον ηθοποιό.
3. μεταφορικά κουράζομαι πολύ ψοφάω στη δουλειά Ψόφησα από την κούραση.
4. γελάω πάρα πολύ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close