ψυγείο

Μεταφράσεις

ψυγείο

refrigerator, fridge, coolerréfrigérateur, frigoثَلَّاجَةledničkakøleskabKühlschranknevera, refrigeradorjääkaappihladnjakfrigorifero冷蔵庫냉장고koelkastkjøleskapchłodziarka, lodówkafrigorífico, geladeiraхолодильникkyl, kylskåpตู้เย็นbuzdolabıtủ lạnh电冰箱, 冰箱冰箱хладилник (psi'ʝio)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. ηλεκτρική συσκευή με ψύξη για τη συντήρηση τροφίμων
2. μεταφορικά για κτ πολύ κρύο Το δωμάτιο είναι ψυγείο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close