ψυχρός

Μεταφράσεις

ψυχρός

(psi'xros) αρσενικό

ψυχρή

(psi'xri) θηλυκό

ψυχρό

cold, chill, cool, frigid, frosty, remote, unemotionalfroid차가운 (psi'xro) ουδέτερο
επίθετο
1. κρύος ψυχρός καιρός
2. μεταφορικά που δεν έχει θερμή συμπεριφορά Είναι ψυχρός μαζί μου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close