ψωμί

Μεταφράσεις

ψωμί

pan, خُبْزхлябpaBrotbreadpanleipäpainלחםkenyérbrauðpaneパンduonabroodchlebpãoхлебkruhbrödekmekchlébbrødkruh식빵brødขนมปังbánh mì面包麵包 (pso'mi)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. η βασική τροφή από ζυμάρι που ψήνεται στο φούρνο μία φέτα ψωμί
2. μεταφορικά ο μισθός κερδίζω βγάζω το ψωμί μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close