ψόφιος

(προωθήθηκε από ψόφια)
Μεταφράσεις

ψόφιος

('psofços) αρσενικό

ψόφια

('psofça) θηλυκό

ψόφιο

('psofço) ουδέτερο
επίθετο
1. οικείο νεκρός ψόφια γάτα
2. οικείο μεταφορικά εξαντλημένος είμαι ψόφιος από την κούραση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close