ωμός


Αναζητήσεις σχετικές με ωμός: ώμος
Μεταφράσεις

ωμός

(o'mos) αρσενικό

ωμή

(o'mi) θηλυκό

ωμό

rohraw, crude, uncookedcruخامsyrovýcrudoraakasirovcrudo生の날것의rauwsurowycruсыройดิบçiğthô未加工的суров (o'mo) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν είναι μαγειρεμένος ωμό κρέας
2. μεταφορικά σκληρός, αδυσώπητος ωμή βία
3. στεγνός, χωρίς συναίσθημα ωμή απάντηση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close