ωριμάζω

Μεταφράσεις

ωριμάζω

mature, ripenmûrir (ori'mazo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. (για φρούτο) είμαι έτοιμος για κατανάλωση Τα μήλα ωρίμασαν νωρίς
2. (για πρόσωπο) γίνομαι πιο ώριμος, μεγαλώνω Μεγάλωσε και ωρίμασε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close