ωριμότητα

Μεταφράσεις

ωριμότητα

maturity, ripenessmaturitéבגרותmaturitàmadurezзрелостьпадежReifemodenhedsplatnostmaturidade (ori'motita)
ουσιαστικό θηλυκό
το να είναι κν ώριμος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close