ωχρός

(προωθήθηκε από ωχρό)
Μεταφράσεις

ωχρός

(o'xros) αρσενικό

ωχρή

(o'xri) θηλυκό

ωχρό

blass, bleich, ockersallow, pale, ashenblême, pâle (o'xro) ουδέτερο
επίθετο
χλωμός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close