όλοι

Μεταφράσεις

όλοι

('oli) αρσενικό

όλες

('oles) θηλυκό

όλα

all, everyone, everybodyالـجَمِيعvšichniallejedermanntodo el mundo, todosjokainentout le mondesvatkotutti誰でも皆모두iedereenallewszyscytoda a gente, todo o mundoвсеvar och enทุกคนherkesmọi người人人 ('ola) ουδέτερο
επίθετο πληθυντικός
καθένας Ήρθαν όλοι. Όλοι το ξέρουν. όλοι οι άνθρωποι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close