όλος

Μεταφράσεις

όλος

('olos) αρσενικό

όλη

('oli) θηλυκό

όλο

all, wholeall, alle, allesجَمِيع, كُلّveškerý, všechnoalletodokaikkitoutsav, svitutti, tuttoできるかぎりの, 全部모두, 모든alle, allemaalall, fullstendigwszelki, wszystkotodo, todos, tudoвесь, всеallทั้งหมด, ทุกคนbütün, hepsitất cả, toàn bộ大家, 所有的 ('olo) ουδέτερο
επίθετο
1. oλόκληρος Είναι όλο δικό σου. Έφαγα όλο το κρέας. Όλος ο κόσμος το ξέρει.
2. γεμάτος είμαι όλος ενθουσιασμό
ακούω προσεκτικά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close