όμηρος

Μεταφράσεις

όμηρος

هوميروس, رَهِينَةٌОмирHomerHomér, rukojmíHomer, gidselGeisel, Homerhostage, HomerHomeroHomero, rehénHomerosهومرHomeros, panttivankiotage, Homèreבן ערובה, הומרוסHomer, talacHomérosz, túszHomerus, sanderaHómerostaggio, Omeroホメロス, 人質호메로스, 인질HomerusHomerasHomērsgijzelaar, HomerusHomer, gisselHomer, zakładnikHomero, refémHomerГомер, заложникHomérHomer, talecХомерHomeros, gisslanโฮเมอร์, ตัวประกันHomeros, rehineГомерHomer, con tin荷马, 人质人質 ('omiros)
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
άτομο που κρατείται από κπ με σκοπό να εκβιάσει κπ άλλον
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close