όμοιος

(προωθήθηκε από όμοιο)
Μεταφράσεις

όμοιος

('omios) αρσενικό

όμοια

('omia) θηλυκό

όμοιο

alike, like, similar, peerpareil, similaireigual, similar ('omio) ουδέτερο
επίθετο
που μοιάζει με κτ ή κπ άλλο Φορούσαν όμοια ρούχα. Είναι όμοιοι μεταξύ τους.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close